Μην επιτεθείς ποτέ σε ταξιτζή (και μην υπογράφεις συμβόλαια)

Σαν σήμερα, ο Michael Schumacher βρέθηκε για πρώτη φορά στο grid της Formula 1 – και η θεότρελη ιστορία για το πως ένας 22χρονος Γερμανός από το Kerpen βρήκε εν μια νυκτί θέση στην F1 περιλαμβάνει φυλακές, ψέματα, πολιτικά παιχνίδια και ένα συμβόλαιο που ακυρώθηκε για μια λέξη…

Το ημερολόγιο γράφει 17 Αυγούστου του 1991 και η πρωτοεμφανιζόμενη στην Formula 1 Jordan-Ford πραγματοποιεί μερικά προγραμματισμένα τεστ στη Monza της Ιταλίας για τη βελτίωση του μονοθεσίου της. Η πρώτη μέρα με τη συμμετοχή του Andrea De Cesaris είχε ενθαρρυντικά αποτελέσματα, και το τεστ θα συνεχιζόταν την επόμενη μέρα με τον έτερο οδηγό της στο τιμόνι…μέχρι που ένα τηλεφώνημα στα κεντρικά της Jordan τους ενημέρωσε πως αυτός βρισκόταν στην περιοχή Brixton του Λονδίνου – και το κυριότερο, πίσω από τα κάγκελα της εκεί φυλακής.

Βλέπετε, είχε τελειώσει μόλις η δίκη του Bernard Gachot, στον οποίο αναγγέλθηκαν κατηγορίες τόσο για σωματική βία, όσο και για επίθεση με σπρέι πιπεριού απέναντι σε έναν οδηγό ταξί με τον οποίο είχε εμπλακεί στο Hyde Park του Λονδίνου τον περασμένο Δεκέμβριο. Ο λόγος; Επειδή είχε αργήσει σε meeting με εκπροσώπους της Jordan και της χορηγού 7up, με τη διαφαινόμενη αργοπορία του ταξιτζή να τον βγάζει από τα ρούχα του.

Υπέροχη ειρωνεία: το όνομα του ταξιτζή ήταν Eric Court – όπου court=δικαστήριο.

Παρά την κατηγορία, τόσο ο ίδιος όσο και η Jordan δεν περίμεναν κάτι περισσότερο από μια ποινή με αναστολή ή ένα χρηματικό πρόστιμο, για αυτό άλλωστε και ο Γάλλος είχε κλείσει αεροπορικό εισιτήριο αμέσως μετά τη δίκη προκειμένου να προλάβει να συμμετέχει στο άνωθεν τεστ.

Τα πράγματα όπως καταλαβαίνουμε δεν πήγαν ακριβώς έτσι, και ο Gachot καταδικάστηκε σε 2 χρόνια φυλάκιση χωρίς αναστολή (αν και τελικά εξέτισε μόλις δυο μήνες), προφανώς εξαιρώντας τον από κάθε άμεση ενασχόληση με τη F1. Τουτέστιν, έπρεπε να βρεθεί ο αντικαταστάτης του, αρχικά για το επικείμενο GP του Βελγίου – και μετά…έχει ο Θεός.

Ο πρώτος γύρος επαφών του Eddie Jordan ανέδειξε τρεις υποψηφίους: τους Stefan Johansson, Damon Hill και Michael Schumacher.

Ο πρώτος είχε 11 χρόνια εμπειρίας στο σπορ, κρατώντας μάλιστα και το ρεκόρ για τα περισσότερα πόντιουμ χωρίς νίκη (12) – αλλά ήταν 35 χρονών και με μηδαμινή υποστήριξη από χορηγούς.

Ο δεύτερος επίσης δεν είχε κεφάλαιο από πίσω του, αλλά είχε βαρύ επώνυμο, εμπειρία από F1 (όντας test driver της Williams) και δεν θα κόστιζε πολλά σε περίπτωση επέκτασης της συνεργασίας μέχρι το τέλος της σεζόν.

Και ο τρίτος; Μπορεί να μην είχε την παραμικρή εμπειρία από F1, αφού εκείνη την εποχή οδηγούσε για λογαριασμό της Sauber στο WSC (Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Sportscar), αλλά είχε κάτι πολύ σημαντικό: την υποστήριξη της Mercedes-Benz, η οποία έδινε 150.000 γερμανικά μάρκα ως χορηγία για το τριήμερο που θα οδηγούσε.

Ο Schumi στο τιμόνι της Sauber-Mercedes C11 – Silverstone, 1990

Αυτό το τελευταίο ήταν και το γεγονός που έγειρε την πλάστιγγα υπέρ του Γερμανού, καθώς ο Jordan – πέρα από τη γνωστή σε όλους…αγάπη του προς το χρήμα – έβλεπε τα χρέη της νεότευκτης ομάδας του να συσσωρεύονται επικίνδυνα, κάνοντας απαραίτητη την εύρεση νέων πόρων.

Για του λόγου το αληθές, ο Eddie δήλωσε στην αυτοβιογραφία του ότι «Θα ήθελα πολύ να πάρω τα εύσημα πως ανακάλυψα το ταλέντο του Michael πριν από όλους, αλλά η αλήθεια είναι πως το έκανα απλά για τα λεφτά».

Μετά από την καθιερωμένη επίσκεψη στα κεντρικά της Jordan, η ομάδα σχεδίασε ένα πρόχειρο τεστ κυριολεκτικά απέναντι από το εργοστάσιο, όπου υπήρχε το Silverstone. Χρειάστηκαν μόλις 20 γύροι για να φανεί πως ο ρυθμός του Schumacher ήταν εξαιρετικός, με τον team manager της Jordan Trevor Foster να του φωνάζει να…πηγαίνει πιο αργά προς αποφυγή ατυχήματος, αφού το μπάτζετ της ομάδας δεν προέβλεπε για παραπάνω σασί και αυτό που οδηγούσε εκείνη την ημέρα θα το χρησιμοποιούσε και στον επικείμενο αγώνα.

Βγάζοντας λοιπόν και την ταχύτητα από την εξίσωση, τελευταίο εμπόδιο για την ένταξη του Schumacher στην Jordan ήταν η απειρία του, όχι τόσο στην F1 όσο συγκεκριμένα στο Spa. Όταν λοιπόν ο Jordan έκανε την φυσική ερώτηση στον μάνατζερ του Γερμανού Willi Weber για το εάν ο πελάτης του είχε ξαναοδηγήσει εκεί, η απάντηση ήταν θετική, με τον Weber να προβάλλει ως επιχείρημα και τη κοντινή απόσταση της πόλης Kerpen από όπου καταγόταν ο πελάτης του  – περίπου 80 χιλιόμετρα.

Η αλήθεια ήταν…λίγο διαφορετική: για την ακρίβεια, ο Michael Schumacher δεν είχε οδηγήσει ποτέ στο Spa. Ήταν ένα μεγάλο μεν, απαραίτητο δε ψέμα, αφού όλες οι πλευρές ήξεραν πως στην περίπτωση που ο Weber έλεγε την αλήθεια, ο Jordan δεν υπήρχε περίπτωση να συμφωνήσει, με τον ίδιο να ομολογεί χρόνια μετά πως «δεν θα έδινα την ευκαιρία σε κάποιον ο οποίος δεν ήξερε καν την πίστα

Την σήμερον εποχή όπου τα πάντα είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο, θα ήταν ζήτημα λεπτών ένας υπάλληλος της Jordan να ελέγξει την εγκυρότητα των λεγόμενων του Weber – 30 χρόνια πίσω όμως, αυτή η διαδικασία ήθελε χρόνο και κόπο που δεν πολυήθελε να διαθέσει ο Eddie.

Όπως και να ‘χει, ο νεαρός Michael έπρεπε να υπογράψει ένα κάποιο συμβόλαιο, παρά τη δεδομένη επιθυμία του ατζέντη του να μην υπάρξει καμία δέσμευση με τη Jordan για μετά το Spa. Νομικά, ο Schumacher ήταν ακόμα οδηγός της Mercedes, και ένα πλήρες συμβόλαιο με την οποιαδήποτε ομάδα θα έπρεπε να ελεγχθεί και υπογραφεί από δικηγόρους του γερμανικού κολοσσού, κάτι που χρονικά ήταν αδύνατο να συμβεί πριν το επικείμενο τριήμερο.

Τελικά υπογράφηκε μια δήλωση προθέσεων (letter of intent), η οποία όπως θα δούμε παρακάτω είχε μερικά…θεματάκια στην διατύπωσή της – και με το νομικό κομμάτι (προσωρινά) τακτοποιημένο, ο Schumacher πέταξε για το Stavelot του Βελγίου, όπου διέμεινε σε hostel (!) μαζί με τον Weber, αφού τα λεφτά της Mercedes ήταν μόνο για χορηγία προς την ομάδα και όχι για τα έξοδά τους.

Μπορεί οι ιθύνοντες της Jordan να πίστευαν πως ο Schumi ήξερε το Spa από μικρότερες κατηγορίες, αλλά αυτό σήμαινε πως δεν είχε καθόλου γνώση από τις απαιτήσεις ενός μονοθεσίου Formula 1 σε αυτό – έτσι, επιστράτευσαν τον ομόσταυλό του Andrea de Cesaris προκειμένου να τον πάει βόλτα στην πίστα με το εταιρικό αυτοκίνητο της Mercedes. Ο πολύπειρος Andrea βέβαια δεν είχε καμία όρεξη να κάθεται να γυρνοβολάει με έναν rookie, οπότε απλά εξήγησε στον νέο teammate του τις ταχύτητες που θα έπρεπε να βάζει σε κάθε στροφή – και…αυτό ήταν, με τον Schumacher να βγάζει το αναδιπλωμένο ποδήλατο του από το πορτμπαγκάζ της Mercedes και να κάνει μόνος του τα σχεδόν 7 χιλιόμετρα της πίστας εις διπλούν, προκειμένου να αποκτήσει μια ιδέα για αυτή.

Την επόμενη μέρα, το ενδιαφέρον του κόσμου βρισκόταν όχι στον Γερμανό rookie αλλά στον οδηγό που αντικατέστησε, με πολλούς συναθλητές του να φοράνε μπλουζάκια συμπαράστασης όπως «Ελευθερία στον Gachot» και μερικούς τολμηρούς θεατές να γράφουν παρόμοια μηνύματα στις παρυφές της πίστας. Ο Schumacher πάντως κατάφερε και έκανε τον 8ο ταχύτερο χρόνο στα ελεύθερα δοκιμαστικά, ενώ την επόμενη μέρα πήρε αρχικά την ίδια θέση στις κατατακτήριες, με τον μηδενισμό του Patrese για ένα τεχνικό ζήτημα να τον ανεβάζει στην 7η θέση και τον de Cesaris να είναι 2 σειρές πιο πίσω στην 11η.


Κάπου εδώ πέρα να κάνουμε μια παρένθεση και να πούμε πως η Jordan 191 δεν ήταν το τυπικό αυτοκίνητο πρωτοεμφανιζόμενης ομάδας στο σπορ – και όχι μόνο επειδή θεωρείται ευρέως από τα πιο όμορφα μονοθέσια όλων των εποχών.

Μετά από την επιτυχία της ομάδας του στην περσινή F3000 με τον Jean Alesi να κατακτά τον τίτλο, ο Eddie Jordan αποφάσισε να κάνει το βήμα παραπάνω και να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στην Formula 1 – με τους Gary Anderson, Mark Smith και Andrew Green να επιβλέπουν την κατασκευή του μονοθεσίου και την Ford-Cosworth να παρέχει (πελατειακούς) κινητήρες παρά το αρχικό συμβόλαιο με την Judd, έχοντας ως αποτέλεσμα ένα καθόλα ανταγωνιστικό μονοθέσιο που σχεδόν ανέβηκε στο βάθρο σε Καναδά και Μεξικό, ενώ έκανε και τον ταχύτερο γύρο στο Ουγγρικό GP.

Παρόλα αυτά, η 7η θέση του Schumacher ήταν η αφορμή να ξεχαστεί αμέσως ο Gachot, όντας το επίκεντρο σε πολλές συζητήσεις στα paddock, με τους περισσότερους να τονίζουν τη μηδενική εμπειρία του στη F1.

Με το τότε βαθμολογικό σύστημα να είναι το 10-6-4-3-2-1, υπήρχε η πίστη στην Jordan πως ο Γερμανός θα μπορούσε να πλασαριστεί στην βαθμολογούμενη εξάδα. Πολύ πιθανόν να το έκανε…αν ο συμπλέκτης του δεν παρέδιδε πνεύμα στην πρώτη στροφή, με το μονοθέσιό του να σταματάει λίγο μετά από την Radillion, έχοντας διανύσει μόλις ένα χιλιόμετρο.

Ακόμα και σήμερα, υπάρχουν φήμες σύμφωνα με τις οποίες ο Schumacher είχε ζητήσει να αλλάξει ο συμπλέκτης μεταξύ του πρωινού warm-up και του αγώνα επειδή γλιστρούσε πολύ, με τον Jordan να αρνείται επικαλούμενος το κόστος μιας τέτοιας αλλαγής.

Για την ιστορία, ο Andrea de Cesaris με την έτερη Jordan όχι μόνο βελτίωσε την θέση του, αλλά με μερικούς γύρους να απομένουν ήταν έτοιμος να προσπεράσει τον Ayrton Senna (που είχε προβλήματα με το κιβώτιό του) για τη νίκη (!), με τον V8 κινητήρα του όμως να τον προδίδει και να μένει από καύσιμα μόλις τρεις γύρους πριν από το τέλος.

Το παραπάνω γεγονός οδήγησε τον Trevor Foster να δηλώσει αρκετά χρόνια μετά πως «ο Schumacher θα ανέβαινε σίγουρα στο βάθρο άμα συνέχιζε τον αγώνα του, το θέμα είναι σε ποιο σκαλί θα τον βλέπαμε».

Πάντως, ακόμα και με το ντεμπούτο του να κρατάει μόνο μερικά μέτρα, ήταν φανερό πως ο Michael ήταν ένας εκκολαπτόμενος αστέρας, με δυο μεγάλους παίχτες στην σκακιέρα της F1 να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για αυτόν: οι Bernie Ecclestone και Flavio Briatore.

O θείος Bernie έβλεπε στον Schumacher το «εισιτήριο» με το οποίο θα άνοιγε την χρόνια κλειστή για το σπορ αγορά της προσφάτως ενωμένης Γερμανίας, ενώ ο Flavio τον οδηγό που θα μπορούσε να στηρίξει όλο το οικοδόμημα της Benetton, η οποία μέχρι τότε δεν μπορούσε να κάνει κάτι παραπάνω από περιστασιακές νίκες παρά την παρουσία του τρεις φορές πρωταθλητή Nelson Piquet.

Ο Bernie συνομιλεί με το νέο αστέρι του σπορ υπό το βλέμμα της Slavica Ecclestone – Magny Cours, 1991

Η Benetton για την ακρίβεια τον είχε ήδη στην λίστα της πριν το Spa: ο διευθυντής της Tom Walkinshaw συμμετείχε επί χρόνια με δικιά του ομάδα στο WSC, και είχε ήδη κάποιες χλιαρές επαφές με την πλευρά του Schumacher για ενδεχόμενη θέση στο κόκπιτ της ομάδας του από την επόμενη χρονιά – όπως εύκολα καταλαβαίνει κάποιος, αυτές οι επαφές φούντωσαν απότομα μετά το πρώτο τριήμερο του Γερμανού στο σπορ.

Φαινομενικά, το πρόβλημα θα βρισκόταν στο γράμμα προθέσεων του Schumi, το οποίο προέβλεπε μονομερή οψιόν για επέκταση της συνεργασίας με την Jordan μέχρι το 1994, και την παροχή 750.000 γερμανικών μάρκων της Mercedes ως χορηγία για το υπόλοιπο του 1991. Φυσικά ο Jordan ενεργοποίησε την οψιόν, πιστεύοντας κατά τα λεγόμενά του πως «είχα υπογράψει το μεγαλύτερο κεφάλαιο της F1 μετά τον Ayrton Senna» – αλλά δεν υπολόγιζε στο αγγλιστί savviness (αμετάφραστο, σημαίνει κάτι μεταξύ γνώσης και πονηριάς) του Briatore και πολύ περισσότερο του Ecclestone, ο οποίος ας μην ξεχνάμε ήταν κράτος εν κράτει – η επιθυμία του πραγματοποιούταν χωρίς πολλά πολλά.

Και ποια ήταν η επιθυμία του; Ο Schumacher – όντας φαινομενικά «ψημένος» και με αρκετά χιλιόμετρα στα sportscars ως εφόδιο – να πάει σε μια ισχυρή ομάδα αντί να βολοδέρνει στο πίσω μέρος του grid – αλλά με τις McLaren-Williams να κυριαρχούν (και να μην έχουν καμία πρόθεση να ρισκάρουν με έναν νεαρό), την Ferrari να βρίσκεται στις απαρχές μιας από τις χειρότερες περιόδους στην ιστορία της και την πάλαι ποτέ κραταιά Lotus σε αποσύνθεση, η αμέσως επόμενη ομάδα που πληρούσε τις προδιαγραφές ήταν η Benetton.

Όσον αφορά τη σεζόν 1991 πάντως η Jordan δεν υπολειπόταν ιδιαίτερα σε απόδοση από την Benetton, παρά το γεγονός ότι η δεύτερη είχε εργοστασιακή υποστήριξη από την Ford – για αυτό ο Weber (ο οποίος είχε ήδη ενημερωθεί από το παραπάνω δίδυμο για τις προθέσεις τους) πρότεινε στον Jordan συμβόλαιο μέχρι το τέλος της χρονιάς με το ποσό της Mercedes να παραμένει στο τραπέζι, ενώ αυτή η εξέλιξη βόλευε ταυτόχρονα και την Benetton η οποία είχε ήδη τον Roberto Moreno στην θέση του δεύτερου οδηγού.

Απαραίτητη λεπτομέρεια: τα συσσωρευμένα χρέη της Jordan (περί τα 5 εκ. λίρες!) καθιστούσαν απαγορευτική τη συνέχιση της συνεργασίας με την Ford από το 1992 και μετά, γεγονός που ουσιαστικά απομάκρυνε κάθε σκέψη για πολύχρονη παραμονή του Schumacher εκεί. Μαντέψτε όμως ποια ομάδα είχε την εργοστασιακή υποστήριξη της Ford μέχρι το 1993;

Όντας φύσει παρορμητικός, ο Eddie πήγε να τινάξει την μπάνκα στον αέρα: αφού ενημερώθηκε πως το letter of intent του Schumacher δεν είχε καμιά ισχύ λόγω…μιας λέξης (έγραφε πως θα υπέγραφε μελλοντικά ένα συμβόλαιο με την Jordan και όχι το συμβόλαιο που αναφερόταν σε αυτό, συνεπώς μπορούσε να υπογράψει ακόμα και…συμβόλαιο κηπουρού), δήλωσε στον Γερμανό πως τον υπολόγιζε κανονικά για το επερχόμενο GP της Ιταλίας, ποντάροντας πως κανείς δεν θα άδειαζε θέση για έναν οδηγό με μόλις μερικά εκατοντάδες μέτρα εμπειρία σε αγώνες F1 – αλλά όπως είδαμε πιο πάνω, έκανε λάθος.

Σε πείσμα των παραπάνω εξελίξεων, ο Schumacher έδωσε το παρών σε ένα ακόμα τεστ της Jordan στο Silverstone μερικές εβδομάδες μετά, με τον Weber ανεξήγητα απών παρά το προγραμματισμένο ραντεβού του με τον Jordan. Για την ακρίβεια, ο δαιμόνιος μάνατζερ ήταν 62 μίλια νοτιοανατολικά, έχοντας συναντηθεί με τον Briatore στο διαμέρισμα του δεύτερου στο Λονδίνο. Το μοναδικό που έκανε ήταν να παραδώσει ένα τελεσίγραφο: «είτε τον παίρνετε τώρα, είτε αποσυρόμαστε».

Ο Briatore είπε «τώρα» με τις ευλογίες του Bernie, o Moreno απολύθηκε με συνοπτικές διαδικασίες παίρνοντας ως αποζημίωση το σύνολο του συμβολαίου του για το 1991, και ο Michael Schumacher υπέγραψε συμβόλαιο συνεργασίας με την Benetton ενώ η όλη υπόθεση έφτανε στο τέλος της…

Όχι, δεν ήταν τόσο απλό.


Ο Moreno…κλώτσησε, πηγαίνοντας κατευθείαν στον Jordan και ζητώντας του να καλύψει την άδεια πλέον θέση στην ομάδα του – αλλά ο Ιρλανδός δεν είχε ακόμα παραδώσει τα όπλα, συμβουλεύοντας τον να αιτηθεί ασφαλιστικά μέτρα κατά της Benetton, ελπίζοντας πως έτσι ο Βραζιλιάνος θα κρατούσε την θέση του αλλά κυρίως θα απέτρεπε τον Michael από το να οδηγήσει εκεί (σ.σ. η πιθανότητα να διώξει τόσο άγαρμπα ο Briatore έναν τρις παγκόσμιο πρωταθλητή όπως o Piquet ήταν μηδενική), φέρνοντάς τον νομοτελειακά πίσω στη Jordan.

Η κίνηση του Moreno εξετάστηκε πάραυτα σε ένα δικαστήριο του Μιλάνου, και η ετυμηγορία ήταν προς όφελός του – κάπως έτσι, και οι δυο ομάδες ανέφεραν τον Schumacher ως οδηγό τους για το Ιταλικό GP, παρά το γεγονός πως νομικά καμία από τις δύο δεν μπορούσε να τον βάλει στο μονοθέσιό της!

Η κατάσταση είχε αρχίσει πλέον να φέρνει πολύ περισσότερο σε φαρσοκωμωδία, και έπρεπε να βρεθεί λύση πριν αρχίσει το τριήμερο στην Monza: κάπως έτσι, όλοι οι ενδιαφερόμενοι (Bernie, Flavio, Weber, Jordan, Moreno και ο Jochen Neerpasch, επικεφαλής του αγωνιστικού τμήματος της Mercedes) βρέθηκαν σε μια βίλα έξω από το Μιλάνο το απόγευμα της Πέμπτης, με μοναδικό απόντα την…πέτρα του σκανδάλου.

Όπως εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς, ξεκίνησαν άμεσα τα παζάρια: από την αρχή ο Jordan δεχόταν προτάσεις για μεγάλα ποσά προκειμένου να εξαγοραστεί η ελευθέρας του Schumacher, αλλά παρέμενε αμετακίνητος. Η προσοχή των Briatore-Bernie μεταφέρθηκε τότε στον Moreno, ο οποίος θεωρείτο ευρέως ως «super sub» επειδή ήταν ο πρώτος που καλούσαν όταν ένας οδηγός δεν μπορούσε να αγωνιστεί – και συνεπώς, δεν είχε ιδιαίτερα μεγάλη οικονομική επιφάνεια.

Μυρίζοντας αίμα, ο Briatore έκανε την κίνηση-ματ: έδωσε 500.000$ στον «Pupo» ως μπόνους για την λύση του συμβολαίου του, με τον Βραζιλιάνο να τα δέχεται παρά τις αντιρρήσεις του Jordan – και κάπου εκεί, ο τρελό-Eddie άρχισε να καταλαβαίνει πλέον πως έχει χάσει το παιχνίδι και προσπάθησε να περιορίσει τις απώλειες του, προσφέροντας την προσφάτως κενή θέση στον Moreno με το αζημίωτο φυσικά.

O Moreno στην πρώτη του εμφάνιση με την Jordan – Monza, 1991

Και τι έγινε με την Mercedes, με την οποία ο Schumacher είχε ακόμα δεσμούς; Ο δημοσιογράφος James Allen το έθεσε καλύτερα από όλους, όταν παρομοίασε την γερμανική εταιρεία με «την δισκογραφική Decca, η οποία είχε συμβόλαιο με τους Beatles πριν αυτοί γίνουν διάσημοι αλλά τους έδιωξε μόνη της».

Κάτι τέτοιο έγινε και εδώ: παρά τα γνωστά σε πολλούς σχέδια της Mercedes για την επιστροφή της στην F1 για πρώτη φορά μετά από το 1955 (σ.σ. τα αρχικά σχέδια για το 1992 είχαν πάρει παράταση) ο Schumi πήρε άδεια να υπογράψει με την Benetton, αν και εκείνη την χρονιά συνέχισε να οδηγεί για την Sauber όταν το επέτρεπαν οι υποχρεώσεις του στην F1, ολοκληρώνοντας το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Sportscar στην δεύτερη θέση.

Και όμως, τα προβλήματα του Γερμανού δεν τελείωσαν εκεί: αν και η κατάσταση της σύμβασης μεταξύ αυτού και της Mercedes ήταν…παράξενη, ήταν γνωστό πως υπήρχε από την αρχή οψιόν η οποία επέτρεπε στην Merc να τον πάρει στην ομάδα της όταν και εάν επέστρεφε στην Formula 1 – και στις 8 Φεβρουαρίου 1992, ο Peter Sauber ανακοίνωνε την είσοδο της ομάδας του στο σπορ από το 1993, με κινητήρες Mercedes και οδηγούς τους Karl Wendlinger και (ναι, καλά μαντέψατε), Michael Schumacher.

Δυστυχώς για τον Sauber, ο διάβολος κρυβόταν για μια ακόμη φορά στις λεπτομέρειες – και για να είμαστε πιο ακριβείς, στα πολύ ψιλά γράμματα του συμβολαίου της Merc με τον επιθυμητό οδηγό της, τα οποία ανέφεραν πως «για να ενεργοποιηθεί η οψιόν για την F1, χρειάζεται ο οδηγός να ενημερωθεί πρώτα γραπτώς». Ούτε ο Schumacher ούτε η Benetton φυσικά είχαν λάβει οποιοδήποτε έγγραφο σχετικά με το θέμα, η απάντηση της Benetton ήταν θέμα λεπτών αναφέροντας πως «ο Schumacher έχει συμβόλαιο με εμάς», και κάπου εκεί το θέμα τελείωσε πριν καν αρχίσει.

Βέβαια, ακόμα και να δεχόταν ενημέρωση ο Schumacher, είναι σχεδόν σίγουρο πως τόσο το συμβόλαιο του ήταν καλυμμένο από όλες τις μεριές, όσο και ισχυρή η θέληση του Bernie να τον κρατήσει σε ανερχόμενη ομάδα (ειδικά από την στιγμή που η αντιπαλότητα του με τον Senna έκανε τα πρώτα της βήματα εκείνη την σεζόν), κάνοντας την μετακίνηση στην Sauber να μοιάζει περισσότερο με όνειρο θερινής νυκτός.

Για την ιστορία, όπως είχαμε πει και εδώ, η Mercedes προσπάθησε να (ξανα)εκμεταλλευτεί την σύνδεση της με τον Schumi όταν έγινε προμηθευτής κινητήρων της McLaren το 1995, όμως τα εκατομμύρια της Philip Morris και η χαμένη αίγλη της Ferrari τον έπεισαν να μετακομίσει στο Maranello – τελικά θα επέστρεφε στην Mercedes…15 χρόνια μετά.

Με αυτό τον τρόπο ολοκληρώθηκε η σαπουνόπερα της μετακίνησης του Michael Schumacher στην Benetton, η οποία είχε μάλιστα γίνει θέμα στα paddock, με τον μεγαλύτερο υποστηρικτή του Γερμανού να μην είναι άλλος από τον…Ayrton Senna, ο οποίος δήλωνε ότι «πολλές φορές, οι νεαροί πιλότοι βρίσκονται στην αρχή της καριέρας τους σε καταστάσεις που είναι πέρα από τον έλεγχο τους» προφανώς μιλώντας από πείρα, αφού ο Βραζιλιάνος είχε βρεθεί σε παρόμοια κατάσταση όταν ήθελε να φύγει από την Toleman για την Lotus στα τέλη του 1984.

Κάπως έτσι όλοι οι σημαντικοί παίχτες του τραπεζιού έμειναν ευχαριστημένοι: ο Ecclestone έβλεπε ένα μεγάλο μελλοντικό κεφάλαιο να βρίσκει στέγη, ο Briatore τον πιλότο που θα έπαιρνε την θέση του γερασμένου Piquet Jr. ως το #1 της Benetton, και ο Schumacher πήρε την πρώτη από τις 91 νίκες του ακριβώς ένα χρόνο μετά, εκεί που ξεκίνησαν όλα.

Και ο Eddie; Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό ήταν ένα βάπτισμα του πυρός για το πως τα πολιτικά παιχνίδια μέσα και έξω από τα paddock διαμορφώνουν εν πολλοίς την ίδια την Formula 1 – και δεν θα ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που θα βλέπαμε τους συγκεκριμένους παίχτες να είναι εμπλεκόμενοι σε αυτά…

Υ.Γ. Ευχαριστώ θερμά τον Άγγελο Φωτσεινό για τις καίριες παρατηρήσεις του – ειδικά όσον αφορά το νομικό σκέλος.

Διαβάστε όλα τα νέα της Formula 1 εδώ, ενώ πλέον μπορείτε να μας βρείτε στο InstagramYouTubeTik TokDiscord και Twitter.

Γιώργος Τσιάκαλος

Η πρώτη του ανάμνηση από Formula 1 είναι να ρωτάει το 2003 αποσβολωμένος τον πατέρα του γιατί ο Barrichello δεν πήρε το πρωτάθλημα αν και κέρδισε στον τελευταίο αγώνα - και μετά από κάποιες αναγκαίες εξηγήσεις μετά, άρχισε το κόλλημα... Θα τον βρείτε να ποστάρει μεγάλα και δυσανάγνωστα κείμενα στο f1racingnews.gr και να (προσπαθεί να) ταλαιπωρεί κόσμο στο twitter.

F1RACINGNEWS