Σούπερ μάρκετ, μαύρο χρήμα και καλές προθέσεις: η ιστορία της Forti

Η ιστορία μιας από τις τελευταίες πραγματικά ιδιωτικές ομάδες του σπορ περιλαμβάνει paydrivers, πολλά λεφτά, χορηγούς που είχαν διασυνδέσεις με τη μαφία και προφανώς, ένα πολύ αργό μονοθέσιο…

Κάποτε, η ιστορία της Formula 1 γραφόταν από δύο παρατάξεις: τους κατασκευαστές, οι οποίοι δημιουργούσαν όλα τα μέρη του μονοθεσίου μόνοι τους, και τις ιδιωτικές ομάδες (privateers), οι οποίες είχαν συνήθως κοινή χώρα προέλευσης (Μ.Βρετανία), κοινό κιβώτιο (6 ταχυτήτων της Hewland), και κοινό κινητήρα (τον αθάνατο Ford-Cosworth DFV), αναλαμβάνοντας μόνο τον σχεδιασμό και την κατασκευή του σασί.

Με την νίκη του Bernie Ecclestone στον πόλεμο FISA-FOCA όμως και το επακόλουθο «άνοιγμα» της F1 προς μια πιο εμπορική κατεύθυνση, οι δεύτεροι ξεκίνησαν να δέχονται χρήματα, κινητήρες και υποστήριξη από μεγάλους κατασκευαστές, μετατρέποντας τους σε de facto εργοστασιακές ομάδες. Μια από τις τελευταίες ομάδες που δεν ακολούθησε το παραπάνω ρεύμα ήταν η Forti Corse


…και η ιστορία της ξεκινάει όπως πολλές ακόμα: με έναν οδηγό ο οποίος βλέποντας την καριέρα του να τελειώνει, αποφασίζει να συνεχίσει δημιουργώντας την δική του ομάδα. Κάπως έτσι ο Guido Forti, έχοντας ως συνέταιρο τον επιχειρηματία και μηχανικό Paolo Guerci, ίδρυσε στα τέλη των 70’s την ομώνυμη ομάδα, με την πρώτη της συμμετοχή να έρχεται στην Ιταλική Formula Ford το 1978.

Η άνοδος είναι σταθερή μέσα στα επόμενα χρόνια, και στα τέλη της επόμενης δεκαετίας παίρνεται η απόφαση για είσοδο στη F3000, το τελευταίο σκαλί πριν τη F1. Η αρχή είναι τουλάχιστον δύσκολη (με την ομάδα να μην περνάει καν τις κατατακτήριες στα περισσότερα GP), η συνέχεια όμως είναι σαφώς καλύτερη, με μελλοντικούς οδηγούς F1 όπως ο Gianni Morbidelli και ο Emanuele Naspetti να συμμετέχουν με τα χρώματά της.

Το 1991, ο Forti βλέπει τον μέχρι πρότινος αντίπαλο του Eddie Jordan να μεταπηδάει με την ομάδα του στη Formula 1 με πολύ καλά αρχικά αποτελέσματα, και κάπου εκεί του μπαίνει η ιδέα να κάνει το ίδιο. Γνωρίζει όμως πολύ καλά πως ο Jordan έκανε προετοιμασία χρόνων μέχρι να κάνει το μεγάλο βήμα, και σιγά-σιγά, ξεκίνησε να αναβαθμίζει τις εγκαταστάσεις του και να ψάχνει για χορηγίες.

Την επόμενη χρονιά έρχεται η μεγάλη στιγμή: έχοντας ακούσει πως ο Forti «ψάχνεται» για είσοδο στην F1, ένας Βραζιλιάνος δισεκατομμυριούχος του συστήνεται ως Abilio Diniz, ιδιοκτήτης μιας μεγάλης αλυσίδας σούπερ μάρκετ στη χώρα του – αλλά κυρίως, πατέρας ενός ελπιδοφόρου οδηγού, του Pedro.

Βέβαια, το «ελπιδοφόρος» ίσως να είναι υπερβολή: ο Diniz ο νεότερος είναι ήδη 22, έχει ξεκινήσει την ενασχόλησή του με τον μηχανοκίνητο αθλητισμό μόλις στα 18 (!) και το κυριότερο προσόν του δεν είναι άλλο από το τεράστιο πορτοφόλι του. Ο πατέρας του προφανώς και τα γνώριζε όλα αυτά, εξού και η προσέγγιση στον Forti: ακόμα και η χειρότερη ομάδα του grid της F1 δεν υπήρχε περίπτωση να βάλει έναν παντελώς άπειρο οδηγό στο τιμόνι της για μερικά cruizeros (το τότε εγχώριο νόμισμα), οπότε ήθελε να πετύχει με ένα σμπάρο δύο τριγώνια, δίνοντας την ευκαιρία στο βλαστάρι του να κάνει χιλιόμετρα στη F3000, έχοντας ταυτόχρονα σίγουρη μια μελλοντική θέση στη F1.

Diniz, Forti και ο coach του πρώτου, Rene Arnoux

Την ίδια στιγμή που ο Pedro έχανε εντός πίστας από τους teammate του, ο πατέρας του έπαιζε…μεγάλη μπάλα, κάνοντας προσωπικά συστάσεις για τον Forti στον Carlo Gancia, ο οποίος πέρα από διάδοχος μιας γνωστής οικογένειας οινοπαραγωγών, ήταν και ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των περισσότερων Βραζιλιάνων οδηγών τις τελευταίες δεκαετίες, από τους Fittipaldi και Senna μέχρι τους Piquet και Moreno.

Κοινώς, άμα ήσουν από την χώρα της samba και ήθελες να φτάσεις στη Formula 1, ο Gancia ήταν ο άνθρωπός σου. Βλέποντας τις προοπτικές να ανοίγονται μπροστά του, ο έχων διπλή υπηκοότητα (Βραζιλία και Ιταλία) Carlo αγόρασε το μερίδιο του Paolo Guerci, ο οποίος συνέχισε ως τεχνικός διευθυντής, και συνέχισε να ψάχνει χορηγίες.

Τελικά βρήκε αρκετές, εκ των οποίων η μεγαλύτερη ήταν του Ιταλικού κολοσσού Parmalat, ο οποίος είχε συνδέσει το όνομά του με τους Niki Lauda και Nelson Piquet – αν και δεν φάνηκε να ενοχλεί κανέναν το γεγονός πως η χορηγία ήταν στον οδηγό και όχι στην ομάδα (με τον Diniz τον πρεσβύτερο να προσφέρει…καλύτερη τοποθέτηση των προϊόντων της Parmalat στα καταστήματά του).

Με το οικονομικό κομμάτι σχετικά τακτοποιημένο και το μπάτζετ της πρώτης σεζόν να βρίσκεται κοντά στα 17.000.000$, η προσοχή των εμπλεκομένων στράφηκε στο τεχνικό κομμάτι, και κάπου εκεί το πράγμα άρχισε να στραβώνει άσχημα…


Ξέροντας πως σε αντίθεση με τις μικρότερες κατηγορίες, η συμμετοχή στη F1 απαιτούσε σχεδιασμό του σασί από το μηδέν και όχι χρήση ενός τρίτου από τις Lola και Raynard αυτού του κόσμου, ο Forti έδωσε το χρίσμα στους Giacomo Caliri και Giorgio Stirano, με σύμβουλο τον νεοφερμένο Sergio Rinland.

Οι παραπάνω προσλήψεις ήταν όλες συνδεδεμένες μεταξύ τους, αφού πριν από λίγους μήνες η Forti είχε αγοράζει τα σχέδια/μακέτες και άλλα assets της Fondmetal, η οποία είχε αποσυρθεί από το πρωτάθλημα στα τέλη του 1992. Κύριο στοιχείο ήταν το σασί της GR03, η οποία σχεδιαζόταν για το 1993 και της οποίας ο σχεδιασμός είχε φτάσει μέχρι κάποιο σημείο πριν το λουκέτο. Συνεπώς, ο Rinland δεν αποκτήθηκε τόσο για το γεμάτο βιογραφικό του (με θητείες σε Brabham και Williams), όσο για τον τελευταίο χρονικά εργοδότη του, την πτωχή πλην τίμια Fondmetal.

Ο Forti είχε μάλλον διαβάσει τα καλά λόγια των media για το σασί της μικρής Ιταλικής ομάδας, της οποίας το κύριο θέμα ήταν οικονομικό και όχι τεχνικό, πιστεύοντας πως με τέτοιο μπάτζετ και με ήδη υπάρχουσα βάση, θα μπορούσε να έχει μια αξιοπρεπή πρώτη σεζόν στο σπορ.

Δυστυχώς όμως, η πραγματικότητα δεν μπορούσε να κρυφτεί: ακόμα και με τα καλά λόγια που το συνόδευαν, το συγκεκριμένο σασί ήταν ουσιαστικά τριετίας. Προσθέστε και το γεγονός πως λόγω έλλειψης χρόνου, η Forti θα ήταν το μοναδικό μονοθέσιο στο grid με πλήρως χειροκίνητο κιβώτιο, και οι αρχικές προβλέψεις τις ομάδας για μάχη στο κάτω μέρος του midfield ξεκίνησαν να μοιάζουν με όνειρα θερινής νυκτός.

Αν η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, η πρώτη εμφάνιση της Forti σε…στρώμα γυμναστηρίου μάλλον έδειξε τι θα επακολουθούσε

Τουλάχιστον, σε αντίθεση με άλλες νεοεισερχόμενες ομάδες όπως την Pacific της προηγούμενης σεζόν, η Forti θα χρησιμοποιούσε έναν αδύναμο μεν αλλά σχετικά σύγχρονο κινητήρα, τον Ford-Cosworth ED V8, για τον οποίο πλήρωσε η Ford Βραζιλίας χάρη στις διασυνδέσεις του Gancia.

Όσον αφορά τους οδηγούς, η κατάσταση ήταν κάπως πιο εύκολη, με την μια θέση προφανώς να πηγαίνει στον Pedro Diniz. Μαζί με τη θέση ήρθε και η έξωθεν βοήθεια, καθώς τόσο ο Rene Arnoux όσο και o Roberto Moreno έκαναν…μαθήματα στον Diniz προκειμένου να τον οικειοποιήσουν με ένα μονοθέσιο Formula 1, την ίδια στιγμή που οδηγοί όπως ο Gil de Ferran και ο παλιός γνώριμος Naspeti προορίζονταν για την άλλη πλευρά του γκαράζ.

Τελικά, η θέση πήγε στον 36χρονο Moreno, ο οποίος από το πουθενά βρήκε μια θέση στο grid (χάρη στη δεδομένη επιθυμία των Gancia-Diniz για ομοεθνές δίδυμο) ενώ είχε να τρέξει στη F1 από το 1992 και την επίσης υπέροχα τραγική Andrea Moda. Έχοντας κλείσει και αυτό το μέτωπο, όλα ήταν έτοιμα για την πρώτη εμφάνιση της FG01 στις χειμερινές δοκιμές…


…στις οποίες ο Diniz ήταν 4 ολόκληρα δευτερόλεπτα μακριά από την McLaren του Nigel Mansell – κοινώς, μια αιωνιότητα. Ακόμα και η επιτυχής προσέλευση σε όλα τα test (κάτι όχι και τόσο δεδομένο για τις μικρότερες ομάδες) δεν μπορούσε να επισκιάσει την άθλια δυναμική του μονοθεσίου. Τουλάχιστον, για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια, οι ομάδες στο grid κάλυπταν ακριβώς τις επιτρεπόμενες 26 θέσεις, οπότε η παρουσία στον Κυριακάτικο αγώνα ήταν σίγουρη.

Αν η παρουσία της Forti ήταν σίγουρη, σίγουρη ήταν και η θέση της στο πίσω μέρος του grid, με την μοναδική αντίπαλο για τα…πρωτεία να είναι η υπό κατάρρευση Simtek, η οποία θα άντεχε μόλις 5 αγώνες πριν αποσυρθεί. Η κατάσταση ήταν τόσο άσχημη, που σε αρκετούς αγώνες τα μονοθέσια της ομάδας δεν κατάφερναν να καταταχθούν παρά το γεγονός πως δεν είχαν κάποιο πρόβλημα, αφού όταν έπεφτε η καρό σημαία δεν είχαν συμπληρώσει το 90% των γύρων – ήταν τόσο πίσω από τους πρωτοπόρους.

Ίσως και εξαιτίας της ίδιας της Forti, η FIA ανακοίνωσε στα μέσα της σεζόν την εφαρμογή του 107% από την επόμενη χρονιά στις κατατακτήριες: όποιο μονοθέσιο δεν έκανε χρόνο ο οποίος ήταν τουλάχιστον ίσος με το 107% του πρωτοπόρου, δεν θα επιτρεπόταν να ξεκινήσει τον αγώνα.

Τα 17 εκ. του μπάτζετ φαινόντουσαν να είναι αρκετά λιγότερα τελικά, αλλά ήταν αρκετά για να ξεκινήσει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα εξέλιξης το οποίο…όλως παραδόξως δούλεψε, με την FG01 να χάνει πάνω από 60 κιλά στο βάρος και προς το τέλος της σεζόν να έχει ξεπεράσει ξεκάθαρα την Pacific – αν και όλα αυτά έγιναν χωρίς τη συνδρομή του Rinland, ο οποίος είχε αποχωρήσει από τα μέσα της σεζόν λόγω «διαφωνιών για την εξέλιξη του μονοθεσίου».

Diniz και Moreno σε παράταξη – Silverstone, 1995

Στο τελευταίο GP της σεζόν στην Αδελαΐδα μάλιστα, παραλίγο και να βαθμολογηθεί, όταν σε έναν αγώνα-καρμανιόλα, ο Diniz ήταν έβδομος και ο έκτος Panis είχε διαρροή λαδιού στη Ligier του λίγους γύρους πριν το τέλος. Ο Γάλλος τελικά κατάφερε να τερματίσει, με την 7η θέση όμως να δίνει στην Forti την 11η στο Κατασκευαστών.

Προφανώς η πρώτη της σεζόν στο σπορ δεν συνιστούσε κάποια μεγάλη επιτυχία, αν και η πολύ καλή αξιοπιστία μαζί με την εξέλιξη που υπήρξε ήταν καλοί οιωνοί…

…μέχρι που ο Pedro Diniz μετακόμισε στην Ligier για το 1996, παίρνοντας μαζί του τις χορηγίες και κυρίως το μεγαλύτερο μέρος του μπάτζετ, το οποίο πλέον είχε εκμηδενιστεί. Η απόφαση ήταν τόσο ξαφνική, που έγινε εν μέσω έντονων φημών για συγχώνευση με την αιωνίως στριμωγμένη οικονομικά Minardi, άλλο αν φυσικά αυτή δεν μπορούσε να προχωρήσει πλέον.

Κάπως έτσι, η κατάσταση γρήγορα έγινε πολύ, πολύ χειρότερη: ο Moreno δεν είχε κανέναν απολύτως λόγο να παραμείνει και ακολούθησε τους συμπατριώτες του, η μελλοντική συμφωνία με την Ford για την προμήθεια των ίδιων V10 κινητήρων με την Sauber μετατράπηκε σε προμήθεια των V8 της…Benetton του 1994 (χωρίς option 13), και οι εναπομείναντες σχεδιαστές Chris Radage και Riccardo de Marco προσπαθούσαν με μηδενικά έσοδα να συνεχίσουν τον σχεδιασμό της FG03, με την βοήθεια του Cesare Fiorio, παλιού team manager της Ferrari.

Το νέο σασί τελικά θα ερχόταν στον αγώνα της Imola, με τους νέους οδηγούς Luca Badoer και Andrea Montermini να περιορίζονται μέχρι τότε με την περσινή Forti – και κανείς δεν εξεπλάγη από την αποτυχία τους να πιάσουν το 107% στον πρώτο αγώνα της σεζόν, αν και είχαν καλύτερη τύχη στους επόμενους.

O Luca Badoer βλέπει τα πράγματα από μια διαφορετική σκοπιά – Αργεντινή, 1996

Η FG03 όταν τελικά ήρθε ήταν ένα θετικό βήμα συγκριτικά με το περσινό μονοθέσιο, αλλά αυτό λίγο ένοιαζε τους εμπλεκομένους, οι οποίοι έβλεπαν και τα πρώτα δημοσιεύματα να μιλάνε για «σοβαρά οικονομικά προβλήματα» στην ομάδα. Είχε γίνει πλέον φανερό πως η χρονιά δεν θα μπορούσε να βγει χωρίς έξωθεν βοήθεια…

Η μυστηριώδης Shannon Racing Team εξέπληξε όλο το paddock ερχόμενοι στο Ισπανικό GP ως κύριοι σπόνσορες της Forti […] το deal ανακοινώθηκε από τον Aaron Colombo, πρόεδρο της κατασκευάστριας εταιρείας του σασί της Forti, και όχι από κάποιο μέλος της ομάδας – πιθανώς επειδή ο ίδιος έκανε την συμφωνία, εξαιτίας του μεγάλου ποσού που του χρωστάει η Ιταλική ομάδα.

-grandprix.com, 3 Ιουνίου 1996

Φαινομενικά, η Shannon Group ήταν ο από μηχανής Θεός που θα έσωζε την ομάδα: μια εταιρεία η οποία ήταν επίσης χορηγός σε πολλαπλά πρωταθλήματα της F3, με έδρα την Ιρλανδία και μητρική την FinFirst, ένα «βιομηχανικό και οικονομικό group από την Ιταλία».

Στην πραγματικότητα, όλα τα παραπάνω δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια βιτρίνα για τις…όχι και τόσο νόμιμες δραστηριότητες του Hermann Gartz, ενός 58χρονου Γερμανού με επιβαρυμένο ποινικό μητρώο, ενεργό ένταλμα σύλληψης από τις Αυστριακές αρχές και υπό διερεύνηση για φόνους σε Ιρλανδικό έδαφος (!), μαζί με φημολογούμενες διασυνδέσεις με την Ρώσικη μαφία και τον τότε μεγιστάνα και μετέπειτα πρωθυπουργό της Ιταλίας Silvio Berlusconi.

Αν σας φαίνεται απίθανο άτομα με τέτοιες δραστηριότητες να έχουν θέση στη Formula 1, αξίζει να υπενθυμίσουμε πως τα προηγούμενα χρόνια, πληθώρα ιδιοκτητών (από τους Joachim Luhti και μετέπειτα Kouji Nakauchi στην δύσμοιρη Brabham μέχρι τον Akira Akagi της Leyton House και τον Andrea Sassetti της Andrea Moda) καταδικάστηκαν για απάτες, ξέπλυμα μαύρου χρήματος και υπεξαίρεση χρημάτων.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Gartz ανήκε στην ίδια κατηγορία: ο νομικός σύμβουλος της Minardi Rodolfo Intelisano εξιστόρησε χρόνια μετά το πως ο Γερμανός προσπάθησε πρώτα να πείσει αυτούς για τις προθέσεις του, υποσχόμενος κινητήρες Mugen-Honda για την επόμενη σεζόν, την ίδια στιγμή που η συνάντηση με τον Giancarlo Minardi λάμβανε χώρα σε ένα…ενοικιασμένο γραφείο του Μιλάνου. Επιπρόσθετα, από τη στιγμή που ανακοινώθηκε η χορηγία στη Forti, η Shannon εγκατέλειψε κυριολεκτικά εν μια νυκτί τις ομάδες που υποστήριζε στις χαμηλότερες κατηγορίες, γεγονός που απλά δείχνει πόσο σοβαρή ήταν η πρότασή της.

Δυστυχώς, ο Guido Forti δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να περιμένει, και υπέγραψε στα τέλη Ιουνίου την παραχώρηση του 51% της ομάδας του στην Ιρλανδική εταιρεία, με μοναδικό όρο την πληρωμή μέρους του ποσού εντός 6 ημερών. Λαμβάνοντας υπόψη μας τα παραπάνω, δεν αποτελεί έκπληξη πως ούτε μια λίρα δεν μπήκε στα ταμεία της Forti – οδηγώντας τον Guido να ανακοινώσει μετά το πέρας της προθεσμίας πως εκείνος παραμένει ο κύριος ιδιοκτήτης της Forti, ενώ η Shannon απαντούσε με απειλές πως θα τον διώξει!

O Andrea Montermini με το εντυπωσιακό πλην βραχύβιο livery της Shannon – Montreal, 1996

Αν τα πράγματα ήταν για γέλια εκτός πίστας, εντός ήταν για κλάματα: στο Γαλλικό GP και οι δύο Forti κατάφεραν να καταταγούν στον αγώνα αλλά δεν τον ξεκίνησαν ποτέ, καθώς οι κινητήρες Zetec-R είχαν φτάσει στο τέλος της ζωής τους και η Cosworth αρνιόταν να παραχωρήσει καινούριους, αφού δεν είχε ακόμα πληρωθεί για τους υπάρχοντες. Για τον ίδιο λόγο, στο Silverstone τα δύο μονοθέσια έκαναν μηδέν γύρους στις ελεύθερες δοκιμές και δύο στις κατατακτήριες, προκειμένου να μην δεχτούν πρόστιμο για δυσφήμιση του αθλήματος.

Το τέλος ήρθε στο Γερμανικό GP, όταν η Forti εμφανίστηκε στο paddock χωρίς κινητήρες (!) και προφανώς δεν πήρε μέρος σε καμία φάση του τριημέρου. Η Ιταλική δικαιοσύνη τελικά αποφάνθηκε υπέρ της Shannon λίγο πριν τον αγώνα της Monza, αν και είχε λίγη σημασία πλέον, καθώς εκείνη τη στιγμή η Forti ήταν μια ομάδα χωρίς κινητήρες, προσωπικό και εκατομμύρια δολάρια σε χρέη. Συνεπώς, δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να συνεχίσει – και χωρίς μεγάλο κρότο, εξαφανίστηκε από τη Formula 1.

Κάπως έτσι, μια επιτυχημένη ομάδα των μικρότερων κατηγοριών σβήστηκε τελείως από τον χάρτη, με την ιστορία της πάντως να είναι αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσα…         

Γιώργος Τσιάκαλος

Η πρώτη του ανάμνηση από Formula 1 είναι να ρωτάει το 2003 αποσβολωμένος τον πατέρα του γιατί ο Barrichello δεν πήρε το πρωτάθλημα αν και κέρδισε στον τελευταίο αγώνα - και μετά από κάποιες αναγκαίες εξηγήσεις μετά, άρχισε το κόλλημα... Θα τον βρείτε να ποστάρει μεγάλα και δυσανάγνωστα κείμενα στο f1racingnews.gr και να (προσπαθεί να) ταλαιπωρεί κόσμο στο twitter.

F1RACINGNEWS